Ελληνική Δημοκρατία

Έντουαρντ Λιμόνοφ

Ελληνική Δημοκρατία

limonka

Έντουαρντ Λιμόνοφ:
ένας τυχοδιώκτης της μετασοβιετικής εποχής

Κριτικεσ // ξενη πεζογραφια • tου Νίκου Ξένιου

Για το μυθιστόρημα του Emmanuel Carrère «Λιμόνοφ» (μτφρ. Γιώργος Καράμπελας, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου).

Ο Λιμόνοφ του Εμμανουέλ Καρέρ, σε πολύ καλή μετάφραση του Γιώργου Καράμπελα, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου. Πρόκειται για μια μυθοπλασία που υπηρετεί ένα πρότυπο δήθεν «αντικειμενικής» έρευνας, κατ’ ουσίαν συνιστά μιαν ανακριβή βιογραφία και, βραβευμένο με το Prix Renaudot, διερευνά την ηθική κατάσταση της Ρωσίας του Πούτιν μέσα από την ιχνηλάτηση της ζωής ενός αντιφατικού πολιτικού εξτρεμιστή.

Ο Καρέρ βρίσκεται στη Μόσχα, στον απόηχο της δολοφονίας της δημοσιογράφου Αννας Πολιτόφσκαγια, και ζωντανεύει την αφήγησή του με ποικιλία πηγών: δημοσιογραφικών αρχείων, ημερολογίων, επιστημονικών εγχειριδίων, λογοτεχνικών και ιστορικών πηγών άλλου είδους. Ο δικός του Έντουαρντ Λιμόνοφ συνδυάζει τις αλληλοσυγκρουόμενες ιδιότητες του τυχοδιώκτη, του παρανόμου, του σταλινικού τραμπούκου, του σταρ και του πολιτικού ηγέτη. Το μυθιστόρημα εστιάζει σε όλες τις πτυχές αυτής της προσωπικότητας, με έμφαση στη συγγραφική και στην πολιτική του ιδιότητα (εμιγκρές στη Νέα Υόρκη των 70's και, αντίστοιχα, ηγέτης του Εθνικομπολσεβικικού κόμματος «Η άλλη Ρωσία»).

Το πολιτικό στίγμα του ήρωα

Ο «Έντυ» Λιμόνοφ γεννήθηκε το 1943 στο Τζερζίνσκ της Ουκρανίας, μεγάλωσε στο Χάρκοφ και συναναστράφηκε τον υπόκοσμο συμμετέχοντας σε συμμορίες. Γιος ενός χαμηλόβαθμου υπαλλήλου της μυστικής αστυνομίας, απομυθοποίησε γρήγορα τον πατέρα του και διαμόρφωσε μια βίαιη προσωπικότητα, ενθαρρυνόμενος από μια σκληρή μητέρα. Επαρκώς φαλλοκράτης και θιασώτης μιας πολιτικής, σωματικής και σεξουαλικής σκληρότητας, ντύνεται σαν δανδής, γράφει ερωτικά ποιήματα που βραβεύονται, επιδίδεται σε μικροκλοπές και περιστασιακά δουλεύει και ως ράφτης. Νοσηλεύεται για ένα διάστημα στην ψυχιατρική κλινική του Χάρκοφ και παντρεύεται την Άννα Μωυσέγιεβνα Ρούμπινσταϊν, μαζί με την οποία το 1967 μετακινείται στη Μόσχα.

Εκεί ερωτεύεται την Ελένα, που ήταν αρραβωνιασμένη με έναν «απαράτσικ» (υπάλληλο της ρωσικής γραφειοκρατίας), την οποία τελικά παντρεύεται και μαζί της το 1975 μεταναστεύει στην Αμερική. Εκεί ο Λιμόνοφ εργάζεται σε μια καταθλιπτική ρωσόφωνη εφημερίδα και η γυναίκα του, απογοητευμένη από μια σύντομη καριέρα μοντέλου, τον εγκαταλείπει. Απογοητευμένος, επιδίδεται σε γκέι σχέσεις, ψωνίζεται στα πάρκα και ζει ως desperado με τα 278 δολλάρια της Πρόνοιας ή δουλεύοντας ως μπάτλερ στο Ηστ Σάιντ. Η ομοφυλοφιλική του εμπειρία με κάποιον Κρις αποτυπώνεται στο μυθιστόρημά του «Ο Ρώσος ποιητής προτιμά τους μεγάλους νέγρους» και τον οδηγεί στο Παρίσι, μετά από μια βραχύβια, άδοξη καριέρα λογοτέχνη.

Κατόπιν ζει ως ημι-διασημότης στη Μόσχα της περεστρόικα κι επίσης ζει τον έρωτα της Νατάσα, μιας διπολικής, αλκοολικής νυμφομανούς, ενώ υιοθετεί μιαν αισθητική που μπορεί να συστεγάσει το αφαιρετικό ντηζάιν ενός λουτρού στο ξενοδοχείο του στο Μανχάταν με τις τουαλέτες ενός στρατοπέδου συγκεντρώσεως στον Βόλγα, όπου βρέθηκε ως τρομοκράτης. Στα γραπτά του της περιόδου Γκορμπατσόφ ο Λιμόνοφ νοσταλγεί, κατά περίεργο τρόπο, την Κα Γκε Μπε και μετά την πτώση του κομμουνισμού τον βρίσκουμε στο Βούκοβαρ της ανατολικής Κροατίας όπου, ως άλλος Γκαμπριέλε Ντ’ Ανούντσιο, τάσσεται γοητευμένος υπέρ του πολέμου που διεξάγει η Σερβία του Ράντοβαν Κάραζιτς κατά των Βόσνιων και των Κροατών και θρηνεί με μελοδραματικούς τόνους τραγωδού τη βίαιη καθαίρεση και εκτέλεση του ζεύγους Τσαουσέσκου στη Ρουμανία.

Το πολιτικό στίγμα του βιβλίου

Ο Λιμόνοφ επιστρέφει στη Μόσχα το 1992 και μαζί με άλλους «νάζμπολ» και χούλιγκανς ιδρύει το Εθνικό Μπολσεβικικό Κόμμα, μιαν ιδιότυπη οργάνωση η οποία φέρει το μαύρο σφυροδρέπανο ως έμβλημά της και η αισθητική και πρακτική της οποίας παραπέμπει στον εθνικοσοσιαλισμό. Το κόμμα αυτό, με τον τίτλο: «Η άλλη Ρωσία», κρίνεται ως παράνομο από το «κομμουνιστικό Κόμμα Ρωσίας» και επανανομιμοποιείται από το Ανώτατο Δικαστήριο, τέλος πραγματοποιεί «πορείες δυσαρεστημένων» καταγγέλλοντας την αυθαιρεσία της ηγεσίας Πούτιν: οι ειδικές δυνάμεις ξυλοκοπούν στη φυλακή τους σωματοφύλακες του Λιμόνοφ, ενώ ελευθερώνουν τους άλλους συλληφθέντες. Φημολογείται πως αυτό έγινε για να δοθεί κύρος στον Λιμόνοφ στους κύκλους της αντιπολίτευσης.

Εκτός από τις πολιτικές προσωπικότητες (π.χ. Τρότσκι, Πούτιν) που παρελαύνουν στη βιογραφία του Καρέρ, ο επαρχιώτης «πανκ» Λιμόνοφ του εμφανίζεται στους κύκλους της μοσχοβίτικης ιντελιτζέντσια, να γνωρίζει τον Γιόζεφ Μπρόντσκι1, τον Γιεβγένι Γιεφτουσένκο2 και τον Σολτζενίτσιν3, τον Βενίτσκα Γιερόφεεφ4, και τον Βαντίμ Ντελονέ5. Πρότυπά του φαίνονται να είναι ο Στάλιν, ο Καντάφι, ο Τζερζίνσκι, ο Μίσιμα, ο Τσάρλς Μάνσον και ο Τζιμ Μόρισον, καθώς και οι συγγραφείς Ιούλιος Βερν, Αλέξανδρος Δουμάς και Τζακ Λόντον, ενώ απεχθάνεται τους φιλελεύθερους σαν τον Ζαχάρωφ, τον Παστέρνακ, τον Ροστροπόβιτς και τον Γκορμπατσόφ. Τώρα διατηρεί μόνιμη στήλη στην εφημερίδα «Ιζβέστια». Οι εθνικιστικές και διχαστικές πεποιθήσεις του, οι χονδροειδείς εξάρσεις του, μισαλλόδοξες και εχθρικές προς τις δημοκρατικές αρχές, εκκινούν από την άκρα αριστερά και ενσωματώνουν ένα νεοϊμπεριαλιστικό — πανσλαβικό όραμα.

Το βιβλίο τελειώνει πριν από την εισβολή του Πούτιν στην Κριμαία. Σήμερα εβδομήντα ενός ετών, ο αληθινός Λιμόνοφ συνοψίζει την κατηγορία εκείνη των αποπροσανατολισμένων Ρώσων που καταφεύγουν σε ακραίες τοποθετήσεις, προπαγανδίζουν την ένοπλη εξέγερση κατά του καθεστώτος Πούτιν και, ελλείψει άλλης ιδεολογικής στέγασης, μετατρέπονται σε delinquent νοσταλγούς ενός τύπου «αρχαϊκού», προσοβιετικού παρελθόντος εμπλέκοντας τον αυταρχισμό στις μεθοδεύσεις τους. Η λατρεία του Λιμόνοφ προς τον ολοκληρωτισμό δεν εκπηγάζει από κάποια συγκεκριμένη ιδεολογία, όσο από το γεγονός ότι η φιγούρα ενός Στάλιν φοβίζει τον κόσμο.

Ο συγγραφέας Εμμανουέλ Καρέρ, προερχόμενος από υψηλής κοινωνικής τάξης διαμέρισμα του Παρισιού, σε αυτό το ευπώλητο βιβλίο αναζητά κοινές καταβολές με τον ήρωά του και του αναγνωρίζει ευθύτητα και αίσθηση στόχου. Η ματιά του ως βιογράφου, δημοσιογράφου και κινηματογραφιστή είναι ευδιάκριτη, παρά το γεγονός ότι η παραμονή του για δυο εβδομάδες κοντά στον ναρκισσευόμενο ήρωά του, στη Μόσχα, δεν την καθιστά απαραίτητα τεκμηριωμένη. Με βαθύτατη θλίψη διαβάζει κανείς αυτό το βιβλίο ως μιαν ιστορική-κοινωνιολογική αποτίμηση της Ρωσίας των ημερών μας.


1 Ο ρώσος και πολιτογραφημένος, αργότερα, αμερικανός ποιητής Γιόζεφ Μπρόντσκι εργάστηκε ως κριτικός και ως μεταφραστής. Γεννήθηκε στο Λένινγκραντ (σημερινή Αγία Πετρούπολη) το 1940 και πέθανε το 1996. Έγραψε ποίηση, πεζογραφία, δοκίμια και θέατρο. Τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1987.

2 Εμβληματικός ρώσος ποιητής, που έγινε γνωστός μετά τη «χαλάρωση» της σοβιετικής λογοκρισίας από τον Χρουστσόφ. Το πιο γνωστό έργο του είναι το ποίημα «Μπάμπι Γιαρ», που είχε ως θέμα το ολοκαύτωμα των Εβραίων του Κιέβου το 1941. Ο Γιεφτουσένκο ήταν ο τελευταίος Ρώσος κλασικός ποιητής, μετά το θάνατο του Γιόζεφ Μπρόντσκι, το 1996.

3 Ο Αλεξάντρ Σολτζενίτσιν είναι γνωστός κυρίως για τα ημιαυτοβιογραφικά έργα του «Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς» και «Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ», όπου περιέγραφε τη ζωή στα σταλινικά ειδικά στρατόπεδα εργασίας. Τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1970.

4 Ο Γιερόφεεφ είναι γνωστός κυρίως για το «Ποίημα σε πρόζα» του 1969.

5 Ο Βαντίμ Ντελονέ ήταν νεαρός ποιητής και ακτιβιστής που συμμετείχε στη διαδήλωση στην Κόκκινη Πλατεία του 1968 κατά της στρατιωτικής δικτατορίας της Άνοιξης της Πράγας. Δραπέτευσε στο Παρίσι και πέθανε εκεί από έμφραγμα σε ηλικία 35 ετών.

«Book press», 14 Μαρτίου 2018

Εμανουέλ Καρρέρ:
Βρήκα τον άνθρωπο που ενσαρκώνει το χάος της μετακομμουνιστικής εποχής

Βιβλία • Γρηγόρης Μπέκος

Η σημαία του Εθνικομπολσεβικικού Κόμματος (1993–2007) έλεγε πολλά για τον αρχηγό του: ένας λευκός κύκλος σε κόκκινο φόντο, θύμιζε τη ναζιστική, με τη διαφορά ότι, με μαύρο χρώμα μέσα στον λευκό κύκλο, δεν είχε τη σβάστικα, αλλά το σφυροδρέπανο!

Emmanuel Carrere
Λιμόνοφ
Μετάφραση Γιώργος Καράμπελας
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2017
σελ. 408, τιμή 16,96 ευρώ

Ο «φαιοκόκκινος» Εντουαρντ Λιμόνοφ δεν είναι μυθιστορηματικός χαρακτήρας. «Υπάρχει. Γνωριζόμαστε» σημειώνει ο Εμανουέλ Καρρέρ.

«Υπήρξε αλήτης στην Ουκρανία, είδωλο του σοβιετικού αντεργκράουντ, άστεγος και μετά θαλαμηπόλος ενός δισεκατομμυριούχου στο Μανχάταν, μοδάτος συγγραφέας στο Παρίσι, στρατιώτης χαμένος στα Βαλκάνια και τώρα, στο απέραντο μπουρδέλο του μετακομμουνισμού, γηραιός χαρισματικός ηγέτης ενός κόμματος νεαρών ντεσπεράντο».

Ο 60χρονος συγγραφέας δημοσίευσε ένα από το πιο αξιόλογα βιβλία που εκδόθηκαν στη Γαλλία τα τελευταία χρόνια. Το «Λιμόνοφ» είχε αποσπάσει το Βραβείο Ρενοντό το 2011. Με αφορμή την πρόσφατη ελληνική του έκδοση, ο Εμανουέλ Καρρέρ συνομίλησε με «Το Βήμα» από το διαμέρισμά του στο Παρίσι.

— Γιατί είναι ξεχωριστός για εσάς ο Εντουαρντ Λιμόνοφ; Πώς αποφασίσατε, κύριε Καρρέρ, να γράψετε ένα βιβλίο για μια τόσο αμφιλεγόμενη προσωπικότητα;

— Πιστεύω ότι ως χαρακτήρας είναι εξαιρετικά ενδιαφέρων από μόνος του. Εγώ θέλησα να διερευνήσω τι συνέβη στις χώρες του πρώην Ανατολικού Μπλοκ από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και είχα την αίσθηση ότι, γράφοντας για τον Λιμόνοφ, θα πετύχαινα τον ευρύτερο σκοπό μου. Αμέσως ένιωσα ότι ο ίδιος συγκεντρώνει όλες τις αντινομίες και τις αμφισημίες και τα προβλήματα της μετακομμουνιστικής εποχής. Ο Λιμόνοφ είναι, αν θέλετε, ο ιδανικός πρωταγωνιστής για ένα πικαρέσκο μυθιστόρημα, είναι δηλαδή ένας χαρακτήρας που κινείται στα διαφορετικά και ποικίλα επίπεδα ενός κόσμου, και μέσα απ’ αυτόν ο συγγραφέας μπορεί να εισχωρήσει και σε άλλους τόπους, σε άλλες κοινωνικές τάξεις, σε ένα ευρύτατο φάσμα της ανθρώπινης εμπειρίας. Η ζωή του Λιμόνοφ είναι, όντως, συναρπαστική για να την αφηγηθεί κανείς. Γι’ αυτό και την έγραψα σαν μυθιστόρημα. Πιστεύω πως ό, τι λέω γι’ αυτόν είναι αληθές. Ασφαλώς υπήρχαν και πράγματα που ήταν αδύνατον να διασταυρώσω. Οταν είχα την πρακτική δυνατότητα, το έκανα, μίλησα με μάρτυρες επίμαχων επεισοδίων της ζωής του. Με λίγα λόγια, δεν ισχυρίζομαι ότι έγραψα μια κανονική ή επίσημη βιογραφία του Λιμόνοφ, με την αγγλοσαξονική έννοια του όρου. Ως τέτοια, πράγματι, είναι μια βιογραφία ατελής. Θεωρώ πάντως ότι ως μυθιστόρημα το βιβλίο είναι ενδιαφέρον.

— Στην αρχή γράφετε πως η ζωή του Λιμόνοφ «έλεγε κάτι», όχι μόνο για εκείνον ή τη Ρωσία αλλά και για την ιστορία όλων μας από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και μετά. Ξεκινήσατε αυτό το βιβλίο για να μάθετε τι ακριβώς. Τα καταφέρατε;

— Ηταν αρκετά απερίσκεπτη αυτή η εξαγγελία! Είστε ο πρώτος που με ρωτάει γι’ αυτό και νιώθω λίγο άβολα τώρα, επειδή δεν έχω κάτι πρωτότυπο να πω. Υπάρχει όμως η βασική ιδέα ενός διπολικού κόσμου ο οποίος διαταράχθηκε, με ορισμένες συνέπειες. Από τη μια μεριά είχαμε τον δυτικό κόσμο, τον καπιταλιστικό, και από την άλλη τον κομμουνιστικό. Οταν κατέρρευσε η Σοβιετική Ενωση προκλήθηκε ένα πολυφασικό χάος που κατά κάποιον τρόπο συνεχίζεται, και αυτό ακριβώς επιχείρησα να περιγράψω. Διότι, εν τέλει, εκείνος ο γεωπολιτικός διπολισμός —τότε που ήμουν κι εγώ παιδί —ήταν μάλλον απλός και εξηγήσιμος. Ωστόσο, η πτώση του κομμουνισμού επέφερε μια ανατροπή εκείνης της ισορροπίας που, ειδικότερα για τις ανατολικές χώρες, υπήρξε συνταρακτική, έμοιαζε με ολική απώλεια του νοήματος, σήμαινε χάος για πάρα πολλά χρόνια, σε πολιτικό και κυρίως κοινωνικό επίπεδο. Εχω την πεποίθηση ότι η ιστορία του Λιμόνοφ, ακριβώς επειδή είναι παράξενη και αλλόκοτη, αποτυπώνει με ενάργεια αυτό το χάος.

— Πάντως όλες αυτές οι αλλαγές δεν επηρέασαν καθόλου τον Λιμόνοφ. Ο ίδιος δεν άλλαξε ποτέ ούτε τον χαρακτήρα ούτε τις ιδέες του…

— Εχετε δίκιο. Ο Λιμόνοφ είχε το εντυπωσιακό ταλέντο της προσαρμογής, ένα χαρακτηριστικό απολύτως απαραίτητο για όποιον θέλει να έχει μια περιπετειώδη ζωή, και ο Λιμόνοφ την είχε με το παραπάνω. Ωστόσο υπάρχει και κάτι άλλο, κάτι που δεν εγγράφεται στο πολιτικό ή στο συλλογικό επίπεδο, αλλά ξεκάθαρα στο ατομικό. Είναι προφανές ότι πολλά πράγματα στον Λιμόνοφ δεν μου αρέσουν καθόλου, για την ακρίβεια τοποθετούμαι με ένταση απέναντί τους, σ’ αυτά που έκανε, λ.χ., όταν διαλυόταν βίαια η πρώην Γιουγκοσλαβία. Υπάρχει όμως και κάτι για το οποίο τον θαυμάζω. Παρέμεινε πιστός στην ιδέα που είχε για τον εαυτό του όταν ήταν παιδί, σ’ εκείνο το παιδί που ονειρευόταν να γίνει ήρωας με κάθε κόστος. Ο Λιμόνοφ το προσπάθησε και πάντοτε πλήρωνε το τίμημα γι’ αυτό. Πήγε ακόμα στη φυλακή, σήμερα είναι 75 χρονών και δεν έχει αλλάξει μυαλά. Πρέπει να του το αναγνωρίσουμε: αγαπάει, και ανέκαθεν αγαπούσε, τις μειονότητες και τίποτε άλλο. Τους αδύναμους απέναντι στους ισχυρούς, τους φτωχούς απέναντι στους πλούσιους, τους ομολογημένους αχρείους απέναντι στα σμήνη των ενάρετων —και όσο αλλοπρόσαλλη κι αν μοιάζει η διαδρομή του, έχει αυτό το στοιχείο συνέπειας, ότι τάσσεται πάντα στο πλευρό τους. Και γι’ αυτό, εγώ προσωπικά, τον θαυμάζω.

— Πείτε μου όμως γιατί τον συγκρίνετε τόσο με τον Γιόζεφ Μπρόντσκι όσο και με τον Αλεξάντρ Σολζενίτσιν;

— Κατ’ αρχάς επειδή ήταν και οι δύο σύγχρονοί του. Και επειδή υπήρξαν και οι δύο πολύ σημαντικές προσωπικότητες του ρωσικού πολιτισμού, βραβεύτηκαν με Νομπέλ για το έργο τους. Ο ένας, ο κορυφαίος ποιητής Μπρόντσκι, έγινε η σκιά στη ζωή του Λιμόνοφ, ο δικός του «λοχαγός Λεβίτιν», όπως γράφω στο βιβλίο. Και ο άλλος… Τι να πει κανείς για τον Σολζενίτσιν; Δεν ήταν μόνο ένας από τους πλέον διακεκριμένους λογοτέχνες -και είναι κρίμα που σήμερα δεν τον θυμόμαστε και για τη γραφή του —αλλά και ένας από τους πλέον αποτελεσματικούς συγγραφείς στην ανθρώπινη ιστορία. Εγώ πραγματικά το πιστεύω ότι είχε το δικό του μεγάλο μερίδιο στην κατάρρευση του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στο αποκαλυπτικό βιβλίο του «Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς». O Σολζενίτσιν ήταν ο πρώτος που το έκανε και το έκανε μόνος: είπε την αλήθεια επειδή πίστευε ότι κάποια στιγμή θα δικαιωθεί, απελευθέρωσε τις ιστορικά ακριβείς πληροφορίες για εκείνη την αυτοκρατορία του ψέματος που αποδείχθηκε πως ήταν η Σοβιετική Ενωση. Δεν τίθεται επομένως ζήτημα, ο Σολζενίτσιν δεν συγκρίνεται ως προς τη σημασία του με τον Λιμόνοφ… Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο ο Λιμόνοφ τούς μισεί αυτούς τους δύο, ο τρόπος που τους ζηλεύει, είναι φοβερός. Το πιο φοβερό είναι ότι το ομολογεί κιόλας! Και αυτό μού αρέσει πολύ στον Λιμόνοφ, δεν ντρέπεται να παραδεχθεί πράγματα που δεν τον κολακεύουν καθόλου. Ολοι αποκρύπτουν τη ζηλοφθονία τους, όχι όμως ο Λιμόνοφ! Μιλάμε για μια ειλικρίνεια αφοπλιστική.

— Γενικότερα, ο Λιμόνοφ αποδεικνύεται μια περίπτωση που δεν ξέρεις από πού να την πιάσεις…

— Χωρίς υπερβολή, ο Λιμόνοφ ενσαρκώνει τη φράση «τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα απ’ όσο φαίνονται». Πάντως σε κάποια φάση, όντως, τον σιχάθηκα. Εννοώ εδώ τη συμπεριφορά του στα Βαλκάνια και ειδικά τη θέση που πήρε στον πόλεμο της Βοσνίας. Και μερικές φορές, όσο καλά κι αν γνωρίζεις πόσο περίπλοκα είναι τα πράγματα, δεν μπορείς να παραβλέψεις το γεγονός ότι πάντοτε υπάρχει μια θέση που είναι καλύτερη από κάποια άλλη. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Σαράγεβο, για παράδειγμα, οι Σέρβοι βρίσκονταν στην κακή πλευρά. Και ο Λιμόνοφ βρέθηκε μαζί τους. Οπως κι αν το δούμε, σε ορισμένες περιπτώσεις, είτε είσαι με αυτούς που βομβαρδίζουν είτε είσαι με αυτούς που βομβαρδίζονται. Και ο Λιμόνοφ, εν προκειμένω, για πρώτη ίσως φορά στη ζωή του, τάχθηκε με την κακή πλευρά. Κι όταν πρέπει κανείς να μιλήσει για την κακή πλευρά ενός ανθρώπου πρέπει να είναι σοβαρός, ανεξαρτήτως αν υπάρχουν κι άλλες που είναι καλές, ζωηρές ή και αστείες. Δεν πιστεύω, επίσης, ότι τον εξιδανίκευσα. Ειλικρινά. Ασφαλώς και υπάρχει συμπάθεια εκ μέρους μου, αλλά δεν υπάρχει μονάχα αυτή. Στην ουσία νιώθω ακόμα ότι βρίσκομαι στον αντίποδα των όσων ο ίδιος πρεσβεύει. Ξέρετε, όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο και το διάβασε, μου είπε αστειευόμενος: «Μου άρεσε ο τρόπος που το έγραψες. Βέβαια, αν είχα την εξουσία, θα σε είχα κρεμάσει. Με συνοπτικές διαδικασίες». Μου απάντησε δηλαδή με το μπουρζουάδικο χιούμορ που απεχθάνομαι.

— Κάπου λέτε ότι ο Εντουαρντ μοιάζει με σωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν. Τι εννοείτε;

— Σε σύγκριση με τον Πούτιν, ο Λιμόνοφ συνιστά την απόλυτη αποτυχία, είναι ένας λούζερ. Παρ’ όλα αυτά υφίσταται, νομίζω, ένας ουσιαστικός παραλληλισμός μεταξύ τους που σχετίζεται με το υπόβαθρό τους. Και οι δύο προέρχονται από παρόμοιες οικογένειες, όπου οι πατεράδες δούλευαν ως χαμηλόβαθμοι υπάλληλοι του ρωσικού κράτους. Και οι δύο μεγάλωσαν δηλαδή με τέτοιον τρόπο ώστε αργότερα να θεωρήσουν την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης μία από τις μεγαλύτερες καταστροφές στην ιστορία της ανθρωπότητας. Οταν άρχιζα την έρευνά μου για την περίπτωση του Λιμόνοφ, πριν από μία δεκαετία περίπου, μου είχε κάνει εντύπωση ότι τον εκτιμούσαν άνθρωποι όπως η δημοσιογράφος Αννα Πολιτκόφσκαγια που δολοφονήθηκε κατόπιν ή ακόμα και η Ελένα Μπόνερ, η χήρα του Αντρέι Ζαχάροφ… Ωστόσο, δεν μπορώ να μην επισημάνω ότι ο Λιμόνοφ —αν τον εξετάσει κανείς στη βάση των πολιτικών του απόψεων —πρέπει να νιώθει πολύ αμήχανα σήμερα. Γιατί —παρ’ όλο που είναι αντίπαλος του Πούτιν, ένας σθεναρός αντίπαλος του Πούτιν, και αυτός και η ριψοκίνδυνη Νεολαία του Εθνικομπολσεβικικού Κόμματος που είχε συνιδρύσει με τον Αλεξάντρ Ντούγκιν —, δεν φαίνεται να διαφωνεί και πολύ με τον Πούτιν, αντιθέτως συμφωνεί μαζί του στα πάντα! Και αν είχε την εξουσία, θα έκανε ακριβώς τα ίδια με τον Πούτιν. Αν και τώρα που το σκέφτομαι, ίσως και να αποδεικνυόταν ακόμα πιο ριζοσπαστικά ενοχλητικός για τη Δύση.

— Η ειδήμων Ελέν Καρρέρ ντ’ Ενκός τι σας είπε για αυτό το βιβλίο;

— Είμαι πεπεισμένος ότι η μητέρα μου δεν θα επέλεγε ποτέ να γράψει ένα βιβλίο για τον Λιμόνοφ ή για κάποιον χαρακτήρα σαν αυτόν. Η μητέρα μου ασχολείται με προσωπικότητες που δημιουργούν την Ιστορία. Αν πάντως της τύχαινε ένας Λιμόνοφ, νομίζω ότι δεν θα ήξερε τι να τον κάνει. Με τον ίδιο τρόπο που κι εγώ δεν θα ήξερα τι να κάνω, λ.χ., με τον Γέλτσιν ή τον Πούτιν. Δεν μιλάμε μόνο για δύο διαφορετικά πεδία ειδίκευσης αλλά και για μια γκάμα ενδιαφερόντων εξ ολοκλήρου αντίθετη. Σέβομαι και θαυμάζω το έργο της μητέρας μου αλλά εμένα με παρακινούν πιο «πειραγμένες» προσωπικότητες. Το βιβλίο μου πάντως το διάβασε και της άρεσε. Και οφείλω να προσθέσω ότι, ακριβώς με τη ματιά της σπουδαίας ιστορικού που είναι, με διαβεβαίωσε πως τα πήγα πάρα πολύ καλά και σε αυτό το επίπεδο.

«Το Βήμα», 22 Μαρτίου 2018

Εντουαρντ Λιμόνοφ:
Γράφοντας με το μαχαίρι στη μπότα

Δημήτρης Αναστασόπουλος

Στο βιβλίο «Λιμόνοφ» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου (μετάφραση Γιώργου Καράμπελα), ο Φιλίπ Καρέρ καταγράφει την ταραχώδη πορεία του Ρώσου πανκ συγγραφέα που που διέτρεξε τη σύγχρονη ιστορία της χώρας του με ένα τετράδιο στο χέρι και ένα στιλέτο στην μπότα.

Ποιητής στο Χάρκοβο, αλήτης στη Νέα Υόρκη, «τρομερό παιδί» της λογοτεχνίας στο Παρίσι, παραστρατιωτικός στο Σεράγεβο, ακροδεξιός εξτρεμιστής στη Μόσχα και «ζεκ» κρατούμενος στα γκούλαγκ της νέας Ρωσίας, πολέμιος του Πούτιν, υπέρμαχος του Πούτιν.

Την άνοιξη του 1974 δύο συγγραφείς εγκαταλείπουν την Σοβιετική Ένωση. Ο ένας είναι ο Αλεξάντρ Σολζενίτσιν, ορκισμένος εχθρός του καθεστώτος, επιζών των γκουλάγκ της Σιβηρίας και συγγραφέας του βιβλίου «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ» με τις μαρτυρίες 270 ανθρώπων που επιβίωσαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της σταλινικής περιόδου. Ο άλλος είναι ο ποιητής Έντουαρντ Λιμόνοφ, γνωστός μόνο στην αντεργκράουντ σκηνή στο Χάρκοβο της Ουκρανίας όπου μεγάλωσε, ενώ έχει διαπρέψει ως ράφτης στη Μόσχα μεταμορφώνοντας τόπια υφάσματος σε αλλόκοτες μποέμ φορεσιές.

Ο Σολζενίτσιν, αυστηρός και ασκητικός αντιφρονούντας, γίνεται δεκτός με τιμές αρχηγού κράτους στη Φραγκφούρτη από τον Καγκελάριο Βίλι Μπραντ. Ο Λιμόνοφ φτάνει στη Νέα Υόρκη άφραγκος με δύο διευθύνσεις στη τσέπη και την πανέμορφη Ρωσίδα Έλενα στην αγκαλιά του. Καθώς απεχθάνεται την ταυτότητα του αντιφρονούντα δηλώνει απλώς «παραβατικός».

Μετά την κλασική σύντομη περιοδεία στη Δύση, ο Σολζενίτσιν αποσύρεται στο Βερμόντ για να γράψει το πολύτομο έργο «Κόκκινος Τροχός», μια σειρά μυθιστορημάτων με φόντο τη Ρώσικη Επανάσταση του 1917. Ο Λιμόνοφ περιφέρεται στο Μανχάταν καπνίζοντας τζαμαϊκανή φούντα, πίνοντας φτηνό καλιφορνέζικο κρασί και γράφοντας σε ένα τετράδιο στη λιακάδα του Σέντραλ Παρκ για τις σεξουαλικές του περιπέτειες με άστεγους μαύρους και Αμερικανίδες τροτσκίστριες.

Το «Λιμόνοφ» δεν είναι μία απλή βιογραφία ενός διανοούμενου. Ο Καρέρ έχει να διασχίσει ένα ναρκοπέδιο. Οι Γάλλοι και γενικότερα οι Ευρωπαίοι μπορούσαν να επαίρονται ότι ήταν οι πρώτοι που ανακάλυψαν αυτόν τον εικονοκλάστη Ρώσο που αντί να γράφει ενάντια στο καθεστώς της πατρίδας του προτιμούσε να καταγράφει τις δικές του εμπειρίες ως συμμορίτης και ποιητής στον καπιταλιστικό παράδεισο και ταυτόχρονα να λοιδορεί τους υπόλοιπους αντιφρονούντες. Ώσπου τον είδαν σε ένα ντοκιμαντέρ για τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας να ρίχνει με ένα μυδραλιοβόλο στο πολιορκημένο από τους Σέρβους παραστρατιωτικούς Σεράγεβο.

O Καρέρ όμως πιστεύει ότι πίσω από αυτή τη φρικαλέα σκηνή, υπάρχει κάτι διαφορετικό. Ο Λιμόνοφ, που υπέγραφε ως «Τζόνι Ρότεν της λογοτεχνίας», είχε αφιερώσει το πρώτο του βιβλίο στη μητέρα του, γνωστή στη Γαλλία σοβιετολόγο. Έτσι ο Καρέρ πιάνει το νήμα από την αρχή, από τη γέννηση του Λιμόνοφ τις ημέρες που η πολιορκία του Στάλινγκραντ λύνεται, η 6η Στρατιά της Βέρμαχτ περικυκλώνεται και αιχμαλωτίζεται και αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση για την είσοδο του Κόκκινου Στρατού στο Βερολίνο. Για τον Καρέρ, ο Λιμόνοφ, όπως όλη η γενιά του, είναι παιδί της νίκης.

Με πατέρα κατώτερο αξιωματικό του Λαϊκού Κομισαριάτου Εσωτερικών Υποθέσεων (ΝΚVD), της πανίσχυρης αστυνομίας του καθεστώτος που ειδικευόταν στα πολιτικά εγκλήματα, θα μπορούσε άνετα να αναρριχηθεί στην ιεραρχία του κομμουνιστικού κόμματος και να γίνει στέλεχος με ντάτσα και αυτοκίνητο. Όμως ο νεαρός Λιμόνοφ έχει άλλα όνειρα.

Αν και μικρόσωμος και διοπτροφόρος, θέλει να γίνει ηγέτης συμμορίας, από αυτούς τους πάντα πιωμένους ογκώδεις κακοποιούς με τα τατουάζ που δεν τους φοβίζει ούτε η αστυνομία ούτε η κομματική νομεκλατούρα. Όταν συνειδητοποιεί ότι θα καταλήξει νεκρός ή ισοβίτης, αλλάζει πλεύση και μεταμορφώνεται σε ποιητή.

Έναν αληθινό ποιητή, που δεν γράφει στίχους για προλεταριακή ανάταση, αλλά για τους παρίες του σοβιετικού θαύματος, ενώ κουβαλά πάντα ένα στιλέτο στην μπότα του. Αυτοχρίζεται πρίγκηπας των μποέμ στους λογοτεχνικούς κύκλους του Χαρκόβου και αποφασίζει ότι η πορεία του έχει χαραχτεί: Πρώτα η Μόσχα, κι έπειτα η Αμερική.

Ένας Ρώσος Ποιητής Προτιμάει τους Μεγάλους Νέγρους

Η Νέα Υόρκη είναι η πόλη που ο Λιμόνοφ θέλει να κατακτήσει το 1974. Εκεί, απορρίπτει τους αντιφρονούντες συμπατριώτες του ως ατάλαντους «που χρησιμοποιούν την ταυτότητα του πολιτικού εξόριστου για να κρύψουν τη δειλία και την ανικανότητα τους», και μένει σε ξενοδοχεία που προορίζονται για μαύρους και Πορτορικάνους. Ζει από το επίδομα πρόνοιας, κλέβει τσάντες και τρώει από τους σκουπιδοτενεκέδες.

Η αγαπημένη του Έλενα, εκείνη για την οποία κάποτε έκοψε τις φλέβες του στο κατώφλι της, τον εγκαταλείπει για να μπει στο μόντελινγκ. Ο Λιμόνοφ κάνει σεξ με μαύρους άνδρες, κάνει παρέα με τροτσκιστές αλλά και τον Στιβ Ρούμπελ του Studio 54 και δουλεύει ως μπάτλερ ενός δισεκατομμυριούχου Αμερικάνου.

Τον εξιτάρει ότι κάποτε ο εξόριστος Τρότσκι έφυγε κουρελής από το Μανχάταν για να γίνει επικεφαλής της Κόκκινης Στρατιάς, του μεγαλύτερου στρατού στο κόσμο. Ο Λιμόνοφ ονειρεύεται ότι μια μέρα θα ηγηθεί ενός στρατού από αληταράδες, μέθυσους, πόρνες και όλους τους περιθωριακούς, που θα σαρώσουν τη Δύση.

Ώσπου έρχεται η αναγνώριση. Ένας Γάλλος εκδότης που λατρεύει τις προκλήσεις εκδίδει την αυτοβιογραφία του Λιμόνοφ Είμαι εγώ, ο Έντι με τον άγρια προβοκατόρικο τίτλο «Ένας Ρώσος Ποιητής Προτιμάει τους Μεγάλους Νέγρους». Έτσι ο Λιμόνοφ μπαίνει στους ευρωπαϊκούς λογοτεχνικούς κύκλους ως ο Ρώσος πανκ συγγραφέας, τον οποίο οι κριτικοί συγκρίνουν με τον Ζαν Ζενέ και τον Χένρι Μίλερ.

«Πυροβολούσα στον αέρα»

«Πυροβολούσα στον αέρα». Έτσι δικαιολογεί στον Καρέρ την επίμαχη σκηνή με το μυδραλιοβόλο. Μόνο που ο Λιμόνοφ δεν βρισκόταν εκεί τυχαία. Λίγο μετά τους πρώτους πυροβολισμούς ανάμεσα στους Κροάτες παραστρατιωτικούς και τους Σέρβους πολιτοφύλακες που σήμαναν την αρχή της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας, ο Λιμόνοφ βρέθηκε στο πεδίο της μάχης στο πλευρό των Σέρβων, όχι πια ως ποιητής, αλλά ως κάποιος που έχει ως αρχή την φράση του Ηράκλειτου «πόλεμος πάντων μὲν πατήρ ἐστι». Ο πόλεμος είναι πατέρας και κυρίαρχος των πάντων. Φοράει πιστόλι στη ζώνη, αυτοανακηρρύσσεται αρχηγός των Ρώσων εθελοντών, φωτογραφίζεται δίπλα στον αρχηγό των αιμοσταγών Τίγρεων, Αρκάν, και παίρνει συνέντευξη από τον Ράντοβαν Κάρατζιτς, τον ηγέτη των Σερβοβόσνιων και υπεύθυνο για την πολιορκία του Σεράγεβο.

Russian Writer Limonov Shooting at Sarajevo
// «YouTube. Serge R. van Duijnhoven», January 8, 2012

Επιστρέφει στη Μόσχα ως βετεράνος πολέμου, όπως πάντα ονειρευόταν. Όμως η κατάσταση εκεί θυμίζει πλέον άγρια δύση. Αν ο Γκορμπατσόφ συνέβαλε στην κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος, ο Γέλτσιν που τον διαδέχεται κυβερνά στο απόλυτο χάος, όπου τον δημόσιο πλούτο λυμαίνονται λίγοι ολιγάρχες περιστοιχισμένοι από επίφοβες συμμορίες. Εδώ δεν υπάρχει ο ρομαντισμός των συμμοριτών που λάτρεψε ο έφηβος Λιμόνοφ -αυτοί εδώ οι μπράβοι κουβαλούν πάνω τους ολόκληρα οπλοστάσια και εξοντώνουν ανενόχλητοι τους αντιπάλους τους.

«Στάλιν, Μπέρια, Γκουλάγκ»

Ο Λιμόνοφ φλέγεται να σώσει την πατρίδα. Βρίσκει σύμμαχο κάποιον που είναι πολύ πιο αμφιλεγόμενος και από τον ίδιο: τον Αλεξάντρ Ντούγκιν. Ο Ντούγκιν αυτοαποκαλείται εθνικιστής φιλόσοφος και στην πολιτική του φιλοσοφία αναμειγνύει τον Μουσολίνι με την Ρόζα Λούξεμπουργκ, τον Τζούλιους Έβολα με τον Γκι Ντεμπόρ, τον Μισίμα με την Φράξια Κόκκινος Στρατός «γιατί αυτό που μετράει είναι η ζωτική ορμή».

Το Εθνικομπολσεβικικό Κόμμα που θα γεννηθεί από αυτούς τους δύο θα έχει σημαία κόκκινη με άσπρο φόντο που μοιάζει πολύ με τη ναζιστική, μόνο που στη θέση της σβάστικας βρίσκεται το σφυροδρέπανο.

Όργανο του κόμματος είναι η εφημερίδα Λιμόνκα που σημαίνει λεμονάκι αλλά και χειροβομβίδα. Η Λιμόνκα θα αλλάξει για μία ακόμα φορά το πεπρωμένο του Λιμόνοφ. Ενόσω ο Ντούγκιν γράφει τα αρτηριοσκληρωτικά του άρθρα για τους Εβραίους και τον καπιταλισμό, ο Λιμόνοφ σχεδιάζει την εφημερίδα σαν πανκ φανζίν με πολεμικά κείμενα, κακότεχνες φωτογραφίες και πολύ ροκ εν ρολ.

Με την αισθητική του, κερδίζει τους «νάσμπολ», τους Ρώσους πιτσιρικάδες που δεν γουστάρουν τη καινούργια νομεκλατούρα των νεόπλουτων και φωνάζουν το σύνθημα «Στάλιν, Μπέρια, Γκουλάγκ». Θέλουν να πολεμήσουν αυτή τη νέα πραγματικότητα με τις κιθάρες, τα σκισμένα τζιν, τις μοϊκάνες και τις αρβύλες. Οι φασαριόζοι αυτοί χούλιγκαν είναι πια η μοναδική αντικουλτούρα της Ρωσίας, όπως εξηγεί ένας από αυτούς, ο Ζάχαρ Πιρλέπιν, στο βιβλίο του «Σάνκια» (κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Τόπος).

Όταν ο Γέλτσιν θα κηρύξει τη διάλυση του κοινοβουλίου και νέες εκλογές, ο Λιμόνοφ θα πολεμήσει ξανά. Μαζί με μία χούφτα σταλινικούς και εθνικιστές ανταποκρίνεται στο κάλεσμα του αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, στρατηγού Ρουτσκόι, να υπερασπιστούν τη Βουλή και να συλλάβουν τον Γέλτσιν. Η σύντομη εξέγερση θα πνιγεί στο αίμα και ο Λιμόνοφ θα γλυτώσει με μία σφαίρα στον ώμο.

Παραδόξως δεν θα συλληφθεί επί Γέλτσιν, αλλά μόλις ο Πούτιν θα πάρει την εξουσία. Ο νέος πρόεδρος, αφού ξεμπερδέψει με την εξουδετέρωση των ολιγαρχών, διαλύει τις ακροδεξιές ομάδες, ανάμεσα στις οποίες βρίσκεται και το Εθνικομπολσεβικικό κόμμα του Λιμόνοφ και του Ντούγκιν.

Ο Λιμόνοφ θα βρεθεί στην απομόνωση κι έπειτα σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας. Τώρα, όταν καταγράφει τις εμπειρίες του, οι διανοούμενοι της Δύσης τον αποθεώνουν. Καθώς για αυτούς ο Πούτιν είναι ο νέος τύραννος της Ρωσίας, ο Λιμόνοφ δεν είναι πια ένας απλοϊκός φασίστας, αλλά ο νέος Ντοστογιέφσκι.

*

Ο Καρέρ αφήνει τον Λιμόνοφ το 2009, μετά από την εκλογική ήττα του κόμματος που ίδρυσε μαζί με τον πρώην πρωταθλητή του σκακιού, Γιούρι Κασπάροφ. Αλλά πριν τον αφήσει, κάνει την αναπόφευκτη σύγκριση: Ο Πούτιν και ο Λιμόνοφ δεν διαφέρουν ιδιαίτερα. Ο Λιμόνοφ, τριγυρισμένος από σωματοφύλακες και ανήλικες θαυμάστριες, γράφει ότι ο Πούτιν είναι ένας γίγαντας με πήλινα πόδια, αλλά κατά βάθος δεν φαίνεται να το πιστεύει. Εξάλλου έχει πια ταχθεί στο πλευρό του στο θέμα της Ουκρανίας.

Κι όπως και ο ισχυρός άνδρας της Ρωσίας, πιστεύει κι αυτός στο ιησουιτικό ρητό ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, απεχθάνεται τους δήθεν ανθρωπιστές, σέβεται το θάρρος και μισεί την απληστία και τη δειλία. Απλά ο Πούτιν τα κατάφερε πολύ καλύτερα από τον Ρώσο ποιητή που ήθελε να ηγηθεί μίας στρατιάς απόκληρων και σήμερα είναι καθοδηγητής μόνος μίας δράκας πιτσιρικάδων που λατρεύουν τον Στάλιν, τον Τζιμ Μόρισον και τον Μπρους Λι -κι όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά.

«iefimerida», 10 Σεπτεμβρίου 2018

Πέθανε ο συγγραφέας Έντουαρντ Λιμόνοφ

Πέθανε ο Ρώσος συγγραφέας και πολιτικός Έντουαρντ Λιμόνοφ

Έφυγε από τη ζωή ο συγγραφέας Έντουαρντ Λιμόνοφ

Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 78 ετών ο συγγραφέας Έντουαρντ Λιμόνοφ.

Ο Λιμόνοφ ήταν αρχηγός του αντιπολιτευόμενου κινήματος «Η άλλη Ρωσία» και συγγραφέας, αλλά και ένας από τους «διαφωνούντες» επί Σοβιετικής Ένωσης ο οποίος πέρασε μέρος της ζωής του στις ΗΠΑ και την Γαλλία.

Από το 1967 έως το 1974 έζησε στην Μόσχα όπου εργάσθηκε ως δημοσιογράφος και συγγραφέας. Το 1974 μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το 1980 έφυγε από τις ΗΠΑ και πήγε στην Γαλλία και τον Νοέμβριο του 1980 ο εκδοτικός οίκος Ramsay εξέδωσε μυθιστόρημα του «Εγώ είμαι ο Εντι» (‘It’s me, Eddie’), το οποίο είχε ως θέμα την ζωή ενός μετανάστη στην Νέα Υόρκη και το οποίο τον έκανε δημοφιλή στην Δύση.

Το 1991 επέστρεψε στην Ρωσία και άρχισε να δραστηριοποιείται πολιτικά. Το 1993 ίδρυσε το «Εθνικιστικό Μπολσεβίκικο Κόμμα», το οποίο έχει τεθεί εκτός νόμου. Το 2002 ο Λιμόνοφ συνελήφθη με την κατηγορία της παράνομης οπλοφορίας και για απόπειρα ανατροπής του του καθεστώτος στην Ρωσία (η κατηγορία αυτή ήρθη εν συνεχεία).

Τον Απρίλιο του 2003 καταδικάστηκε και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών, αλλά την ίδια χρονιά αφέθηκε ελεύθερος. Το Ιούλιο του 2010 ίδρυσε το κόμμα «Η άλλη Ρωσία», αλλά το υπουργείο Δικαιοσύνης αρνήθηκε επανειλημμένα να εγκρίνει τη σύσταση του. Ο Λιμόνοφ είχε την πρόθεση να συμμετάσχει στις προεδρικές εκλογές του 2012, αλλά η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή δεν ενέκρινε την υποψηφιότητα του.

Ο Λιμόνοφ έγραψε περισσότερα από 30 βιβλία, μυθιστορήματα και συλλογές διηγημάτων.

«mononews», 18 Μαρτίου 2020
«ΦΩΣ», 18 Μαρτίου 2020
«Ναυτεμπορικής», 18 Μαρτίου 2020
«TANEA», 18 Μαρτίου 2020
«Fortune Greece», 18 Μαρτίου 2020
«Πρώτο Θέμα», 18 Μαρτίου 2020
«Candiadoc», 18 Μαρτίου 2020
«NEWS 24/7», 18 Μαρτίου 2020
«Σαν Σήμερα», 18 Μαρτίου 2020

Εντουαρντ Λιμονοφ

tου Κώστα Χατζηαντωνίου

Μετά από μια ζωή που μόνο ήρωας του Ντοστογιέφσκι μπορούσε να κάνει (αλήτης στη μετασταλινική Ουκρανία, είδωλο του σοβιετικού αντεργκράουντ, αντιφρονών που έφυγε από την πατρίδα του για να ζήσει άστεγος στο Μανχάταν —όπου τα είδε και τα έκανε όλα—, μοδάτος συγγραφέας στο Παρίσι, εθελοντής στο πλάι Σέρβων παραστρατιωτικών και ηγέτης τελικά ενός κόμματος Εθνικομπολσεβίκων), πέθανε χθες σε ηλικία 78 ετών ο Ρώσος συγγραφέας Έντουαρντ Λιμόνοφ. Στην Ελλάδα είχαν εκδοθεί παλαιότερα τέσσερα βιβλία του («Η μεγάλη εποχή», από τις εκδόσεις Ειρμός και τρία άλλα βιβλία από τις εκδόσεις Aquarius), τα οποία νομίζω πως είναι εξαντλημένα. Υπάρχει ωστόσο το φερώνυμό του βιβλίο «Λιμόνοφ», μια μυθιστορηματική βιογραφία του που έγραψε ο Εμμανουέλ Καρρέρ και προκάλεσε πάταγο όταν κυκλοφόρησε, αποσπώντας σημαντικότατα βραβεία στη Γαλλία. Το βιβλίο αυτό που έχει μεταφραστεί και εκδοθεί στην Ελλάδα από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, λέει πολλά περισσότερα από χίλιες αναλύσεις του μεταψυχροπολεμικού κόσμου. Όσο για το ποιος ήταν τελικά ο Λιμόνοφ αρκεί αυτό που είπε στον Καρρέρ, όταν διάβασε το βιβλίο του: «Μου άρεσε ο τρόπος που το έγραψες. Βέβαια, αν είχα την εξουσία, θα σε είχα κρεμάσει. Με συνοπτικές διαδικασίες».

«Konstantakopoulos.gr», 20 Μαρτίου 2020

Λιμόνοφ:
Μια χειροβομβίδα στα χέρια του αιώνα

Βιβλίο • Μάκης Μαλαφέκας

H επικίνδυνη ζωή (και λογοτεχνία) του συγγραφέα Έντουαρντ Λιμόνοφ.

Πριν διαβάσω το ομώνυμο βιβλίο του Καρέρ (το φθινόπωρο του 2011, που κυκλοφόρησε στη Γαλλία), η λέξη «Λιμόνοφ» δεν ήταν ακόμα για μένα το σύμβολο της free jazz, ντεσπεράντο, πανκ μυθιστορηματικής περιπέτειας που είναι σήμερα. Στα πρώτα μου φοιτητικά χρόνια στο Παρίσι, μου ήταν μόνο γνώριμη ως το τυχαίο κομμάτι ενός μεγαλύτερου και πολύ μυστηριώδους παζλ, ενός λογοτεχνικού και ιστορικοπολιτικού γρίφου που όσο τον σκάλιζα, πιστεύοντας ότι τον λύνω, τόσο κατέβαινα στα σκοτεινά βάθη του γαλλικού Μεταπολέμου, φέρνοντας στην επιφάνεια σωρούς από αντιφάσεις και παραδοξότητες που τσάκιζαν διαγώνια όλες μου τις τετράγωνες, υποτίθεται, κατηγορίες: αριστερά, δεξιά, αντίδραση, πρόοδος, Δυτικό και Ανατολικό Μπλοκ, διανόηση, δημοκρατία, εξουσία.

Πρέπει κάποιος να μου ’χε φέρει έναν πάκο παλιά λογοτεχνικά περιοδικά, εκεί γύρω στο ’99-2000 που ο Πόλανικ και ο Έλις γενικά δεν αρκούσαν και είχα αρχίσει να διαβάζω Σελίν και Μπερνανός, καθώς και φιγούρες πιο σπάνιες, όπως ο Μορίς Σακς, λέγοντάς μου ότι πρέπει οπωσδήποτε να μελετήσω —ναι, αυτό είχε πει, να μελετήσω— ένα συγκεκριμένο έντυπο που έμοιαζε περισσότερο με εφημερίδα του ’30 παρά με περιοδικό ’80s: «L’Idiot — international», (συντομευτικά, «L’Idiot»), ένας τίτλος με δηλωμένη ντοστογιεφσκική αξίωση συν το απαραίτητο συμπλήρωμα γαλλικής πρωτοπορίας (βλ. Opus International κ.λπ.).

Και το μελέτησα. Οκτώ μεγάλες σελίδες αδιάκοπου, πύρινου λογοτεχνικού λίβελου. Κείμενα που κατεδάφιζαν τα πάντα, τα αγαπημένα πρόσωπα των Γάλλων (κάποιων Γάλλων), τον Γκενσμπούρ, τον Πρεβέρ, τον Μοντάν, τον Τριφό, τη δημοσιογραφική κάστα, Προέδρους και πρωθυπουργούς, όλο το πολιτισμικό σύμπαν του μιτερανισμού. Και να λένε κάθε φορά αυτό που όντως πρέπει να ειπωθεί, αυτό που γνώριζες διαισθητικά, αλλά ποτέ δεν το φαντάστηκες εκπεφρασμένο. Το βασικό ζήτημα όμως δεν ήταν η επιλογή των θεμάτων, πάντα αιρετική, πάντα συγκρουσιακή, όχι: ήταν το στυλ. Όλα ήταν στο στυλ, στον ρυθμό της γραφής, στη ρυθμική ανατροπή, στο σουίνγκ. Δεν ήξερα καν ότι μπορούσες, ότι γινόταν να γράφεις με ένα ρεαλιστικό «σελινικό» gusto προσαρμοσμένο στο σήμερα (στο τότε), με εκρήξεις, με νάρκες, με φωτεινό παραλήρημα αλά Αρτό, με παύσεις και με ξαφνικές μαχαιριές στο σκοτάδι, κι όλα αυτά στο χαρτί μιας νόμιμης περιοδικής έκδοσης.

Έψαξα να μάθω για το «Idiot». Βρήκα ότι είχε κλείσει από το 1994, οριστικά, έπειτα από διαδοχικές αγωγές για συκοφαντική δυσφήμιση (Τζακ Λανγκ, Μπερνάρ Ταπί, κ.ά.). Είχα φτάσει λίγο αργά στη Γαλλία — ο Σηκουάνας δεν ήταν πια καφετής, αλλά ήδη σχεδόν γαλάζιος.

Την επόμενη κιόλας ημέρα βρέθηκα στο υπόγειο του θρυλικού Boulinier με τα πάμφθηνα μεταχειρισμένα βιβλία (τώρα πια έκλεισε κι αυτός, γονατισμένος απ’ τον Covid και τη συντονισμένη σαδιστική άνοδο των ενοικίων) και πήρα όσα παλιά τεύχη μπόρεσα να βρω, καμιά δεκαριά, τα οποία και καταβρόχθισα το ίδιο βράδυ.

Εκείνο το βράδυ είδα και για πρώτη φορά τις λέξεις «Έντουαρντ Λιμόνοφ». Ένα εξωτικό όνομα ανάμεσα σε δεκάδες άλλα να παρελαύνουν στις σελίδες του «Idiot» ταυτόχρονα, σαν χαρούμενη διονυσιακή πομπή και σύναξη φανατισμένων ιεροεξεταστών. Φανατισμός και λύσσα και στυλ. Πάντα στυλ. Στα ονόματα αυτά συναντούσες από ταλαντούχους ιδεολόγους της «νέας» (άκρας) δεξιάς μέχρι τον Αραμπάλ και τον δικηγόρο του Κάρλος («το Τσακάλι»), περνώντας από εν ενεργεία Λατινοαμερικανούς γκεριγιέρος, αναρχικούς, τον σκιτσογράφο Βιλμέν και τον νεαρό Μισέλ Ουελμπέκ. Ήμασταν ειδοποιημένοι για τον Ουελμπέκ. Με το που έφτανες στο Παρίσι, όλοι σου έλεγαν να διαβάσεις την «Επέκταση του πεδίου της πάλης» (και αργότερα τα «Στοιχειώδη σωματίδια» και την «Πλατφόρμα», όπου και ξεκινούσε η αγαπημένη —και σταθερά επίκαιρη— συζήτηση για το αν είναι «φασίστας» με ή χωρίς εισαγωγικά), για τον Λιμόνοφ όμως τίποτα. Από τις πένες του «Idiot» τον είχα προσπεράσει, κακώς, κι αυτόν και τον Νεόφ, ίσως γιατί τα ονόματά τους έφερναν σε εμπαθείς εμιγκρέδες ή Πολωνούς έκπτωτους αριστοκράτες, κι έτσι δεν ασχολήθηκα μαζί τους. Tόσα ήξερα.

Η λέξη Λιμόνοφ, όμως, ήταν εκεί. Και επανήλθε μια μέρα, πολύ αργότερα, μια νύχτα για την ακρίβεια, που έβλεπα στην τηλεόραση επαναλήψεις παλιών λογοτεχνικών εκπομπών. Εκεί, λοιπόν, εμφανίζεται στη μικρή μου οθόνη αυτό το άτομο, ο «Έντουαρντ Λιμόνοφ, Ρώσος συγγραφέας», με στολή του Κόκκινου Στρατού, τρία αστέρια, συνταγματάρχης, και μπότες μέχρι το γόνατο. Λεπτός, μυώδης, με αλεπουδίσιο βλέμμα και κοντό μαλλί new wave. Στην ερώτηση του παρουσιαστή γιατί ντύθηκε έτσι, αυτός σηκώνει με χάρη την μπότα του και με ένα δανδικό χαμόγελο λέει: «Σας αρέσουν; Είναι απολυταρχικές. Είναι για να πατήσω και να λιώσω τους δημοκράτες». Η εκπομπή ήταν του 1990: η πιο ακατάλληλη στιγμή για την ΕΣΣΔ να λιώσει τον οποιονδήποτε.

Ξαναθυμήθηκα τον σαγηνευτικό αέρα «αγκίτ-προπ» του «Idiot» της μεγάλης εποχής και βάλθηκα να αναζητήσω, έστω αργά, τα βιβλία του Λιμόνοφ, αλλά εν έτει 2006 ήταν πια εξαντλημένα και ο ίδιος λησμονημένος στη Γαλλία. Μάλλον τον είχαν λιώσει οι δημοκράτες. Ποιος ήταν ο Λιμόνοφ; Πού βρισκόταν πλέον; Τον έψαξα. Κάτι μαύρα σφυροδρέπανα σε κόκκινους κύκλους, ένα «εθνο-μπολσεβικικό κόμμα» στη Ρωσία, πλάνα διαδηλώσεων, σύλληψη στο Καζακστάν, δυο χρόνια φυλακή… Μάλιστα. Αλλόκοτα πράγματα, ίσως και ενδιαφέροντα, αλλά, απ’ την άλλη, πόσο ενδιαφέροντα; Τον ξαναξέχασα.

ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ αργότερα οι δημοκράτες μάς είχαν λιώσει όλους. Ο Σαρκοζί έπεφτε, αλλά ο σαρκοζισμός έκανε μεταστάσεις σε όλα τα κόμματα και σε κάθε πολιτική γωνιά της Γαλλίας, Μνημόνιο στην Ελλάδα, Τρόικα, κοινωνική κατάρρευση, καθημερινές κινητοποιήσεις, βία. Ταξιδεύοντας προς Αθήνα, κουβαλάω μαζί μου ένα βιβλίο που μόλις έχει κυκλοφορήσει. «Limonov», μια βιογραφία πεντακοσίων σελίδων από τον συγγραφέα Εμανουέλ Καρέρ, που καμία σχέση με την παρέα του «Idiot» δεν είχε ο άνθρωπος, ίσα-ίσα, ένας μάλλον κεντρώος, αφανάτιστος Γάλλος είναι, με ισχυρό λογοτεχνικό ένστικτο όμως και δυνατή πρόζα.

Ο ίδιος αποδίδει το ενδιαφέρον του για τον Λιμόνοφ εν μέρει σε μια υποσυνείδητη ζήλια, ένα είδος απωθημένου που δεν υπήρξε ποτέ ένας-από-αυτούς: από την τρομερή συμμορία εκείνης της απαράδεκτης «φαιοκόκκινης φυλλάδας», όχι για τις θέσεις της αλλά για τη γεμάτη πρωτοπορία και ξέφρενο γλέντι και πραγματικό κίνδυνο ζωή που φαινόταν να διάγει. Ναι. Ο κίνδυνος. Είναι πράγματι μια σοβαρή λογοτεχνική συνθήκη.

Διαβάζοντας το βιβλίο του Καρέρ, που στην ουσία είναι περισσότερο μυθιστόρημα παρά βιογραφία, κατάλαβα ότι για καιρό είχα ασχοληθεί με τους λάθος Idiots. Ότι η επικίνδυνη ζωή (και λογοτεχνία) του Λιμόνοφ καθόλου δεν περιοριζόταν στο σικ κεφάλαιο «Παρίσι του ’80», ότι ερχόταν από πολύ πιο μακριά και πήγαινε πολύ πιο πέρα. Κι ότι για κάθε του βήμα σ’ αυτή την ασύλληπτη διαδρομή είχε γράψει κι ένα μεγάλο κείμενο, βουτηγμένο στην κοφτή αμεσότητα και τη σοκαριστική ειλικρίνεια του autofiction: συνολικά πάνω από σαράντα βιβλία.

Η εγκυμοσύνη της μητέρας του συμπίπτει επακριβώς με την πολιορκία του Στάλινγκραντ (Μάιος του ’42 με Φλεβάρη του ’43) και ο Έντουαρντ Βενιαμίνοβιτς Σαβένκο έρχεται στη ζωή τη στιγμή που ο Πάουλους υπογράφει την παράδοση της 6ης Στρατιάς. Παιδί της νίκης και παιδί του ολέθρου, μεγαλώνει στο βιομηχανικό Χάρκοβο της Ουκρανίας, ανάμεσα σε χαλάσματα που δεν πρέπει να πλησιάσεις γιατί υπάρχουν ακόμη νάρκες, χειροβομβίδες και πτώματα Γερμανών στρατιωτών.

Σε έναν μεταπολεμικό κόσμο όπου τα περισσότερα παιδιά δεν έχουν πατέρα, ο Έντιτσκα έχει την τύχη να βλέπει πού και πού τον δικό του, έναν ταλαντούχο ηλεκτρολόγο μηχανικό, του οποίου η δουλειά (ως στρατιωτικού) στο υπουργείο Εσωτερικών (NKVD) τον γλίτωσε απ’ την πρώτη γραμμή του μετώπου — πράγμα που του προσάπτει συχνά η γυναίκα του. Φιλόδοξη και σκληρή, συγχαίρει όσους χτυπούν τον γιο της και δεν τον παρηγορεί ποτέ, ώστε να γίνει κι αυτός σκληρός, να γίνει άντρας.

Ο Έντουαρντ ονειρεύεται ήδη κάτι μακρινό. Περιμένοντας,

«θαυμάζει τον πατέρα του. Του αρέσει τα σαββατόβραδα να τον κοιτάζει που γυαλίζει το υπηρεσιακό του περίστροφο, του αρέσει να τον βλέπει να φορά τη στολή του, και πλέει σε πελάγη ευτυχίας όταν ο μπαμπάς τον αφήνει να του κερώνει τις μπότες»

(από τη βιογραφία του Καρέρ, στην εξαιρετική ελληνική μετάφραση του Γιώργου Καράμπελα, 2017, εκδ. του Εικοστού Πρώτου). Θα μάθει ότι τα πάντα στη ζωή είναι τελετουργία και κατάλληλος εξοπλισμός — εξοπλισμός που όταν ο πατέρας του φεύγει σε αποστολή, και φεύγει συχνά,

«πιάνει τη μισή του βαλίτσα, και που ο γιος του τον ξεπακετάρει, τον ξαναπακετάρει, τον συντηρεί, περιμένοντας την ένδοξη μέρα που θα αποκτήσει τον δικό του».

Και θα τον αποκτήσει. Δεν θα είναι εκείνη η στολή που φοράει στο γαλλικό glam-trash τηλεοπτικό πλαίσιο του 1990, αλλά τα δύο μοναδικά πράγματα που δεν απουσιάζουν ποτέ από τις αυτοβιογραφικές του περιγραφές, είτε στη Νέα Υόρκη, είτε στο Παρίσι, είτε στα βουνά του Αλτάι, είτε στη φυλακή, τα δύο στάνταρ: τα βάρη και η γραφομηχανή του.

Πάει προς την εφηβεία ακούγοντας καθημερινά ιστορίες απ’ τον πόλεμο, ρουφώντας σαν σφουγγάρι όλες τις λεπτομέρειες που θα τον κάνουν κι αυτόν πολεμιστή. Μέχρι τα δέκα του ξέρει ότι ο Στάλιν είναι θεός, πατέρας, και απ’ τα δώδεκα και μετά ότι ήταν ένας αδίστακτος εγκληματίας. Το μάθημα είναι ότι ισχύουν και τα δύο. Νίκη και όλεθρος. Ποιος θεός δεν είναι εγκληματίας; Μια Doom Generation πριν την ώρα της, που έλκεται εξίσου από την τάξη και το χάος.

Γίνεται μικροκακοποιός, ένας μετα-αποκαλυπτικός «χούλιγκαν» τύπου Κουρδιστό Πορτοκάλι με κλοπές, βανδαλισμούς και ξύλα. Ίσως και βιασμό.

«Οι νέοι του φίλοι δεν είναι γιοι αξιωματικών αλλά προλετάριων, και όσοι απ’ αυτούς συμπαθεί δεν θέλουν να γίνουν προλετάριοι, σαν τους γονείς τους, αλλά κακοποιοί».

Όταν μπλέκει με μαχαίρια, και το μόνο που τον γλιτώνει απ’ τη βαριά φυλακή, ενδεχομένως τη Σιβηρία, είναι η καλή φήμη του πατέρα του (τον οποίο πλέον θεωρεί λούζερ), κι ύστερα αποπειράται να αυτοκτονήσει, φλέβες, και τον πάνε στο τρελάδικο, καταλαβαίνει ότι έφτασε σε ένα όριο. Μόνο ένα πρώτο, όμως, από πολλά άλλα που πρόκειται να έρθουν. Η Σιβηρία θα περιμένει σαράντα χρόνια.

Φεύγει. Γίνεται μποέμ. Συχνάζει σε αντεργκράουντ βιβλιοπωλεία όπου διακινούνται απαγορευμένα γραπτά (τα περίφημα samizdat). Ανακαλύπτει την Αχμάτοβα, την Τσβετάγεβα κι έναν κάποιο Γιόζεφ Μπρόντσκι που θα γίνει το μαύρο του πρόβατο ,γιατί θα τον έχει πάντα δυο βήματα μπροστά του. Αρχίζει να γράφει ποίηση, να προσπαθεί. Και να γράφει καλά.

Όμως η ζωή του είναι σκατένια στο Χάρκοβο κι έτσι το ’67 φεύγει για τη Μόσχα. Ο Μπρόντσκι είναι ήδη εκεί, ήδη λατρεμένος από τους εναλλακτικούς κύκλους, καθώς έχει κάνει εξορία, αυτός, κι έτσι ο Έντουαρντ μαθαίνει να μισεί τους εναλλακτικούς κύκλους που λατρεύουν όσους έχουν κάνει εξορία ακόμη περισσότερο και απ’ την εξορία την ίδια. Βγάζει λεφτά ως ράφτης, η ποίησή του δυναμώνει κι άλλο, αρέσει, αλλά όχι όσο χρειάζεται για να ανέλθει (δεν θα «ανέλθει» ποτέ). Ακούει όλο και περισσότερο για τους Ρώσους που αυτομολούν και γίνονται γνωστοί, επιτυχημένοι, ήρωες κάπου στον ήλιο της Δύσης. Γνωρίζει την Έλενα, μια 20χρονη καλλονή από καλή οικογένεια που βγαίνει με έναν «υψηλόβαθμο απαρατσίκ της κουλτούρας» με λευκή Μερσεντές. Γίνεται κρυφά η μούσα του. Είχε ήδη τις επιτυχίες του, αλλά τώρα ερωτεύεται ολοκληρωτικά. Μια νέα ώθηση.

«Όλοι είναι ερωτευμένοι μαζί της, αυτή όμως αγαπά εκείνον, και για χάρη του είναι που αποφασίζει εκείνο τον χειμώνα να παρατήσει τον Βίκτορ. Αυτόν παντρεύεται, τον Έντουαρντ, στην εκκλησία. Μ’ αυτόν δέχεται να ζήσει φτωχικά σ’ ένα δωματιάκι. ⟨…⟩ Κέρδισε. Όλος ο κόσμος τον ζηλεύει: ο μικρόκοσμος του «αντεργκράουντ», που δεν έχει ξαναδεί ποτέ γυναίκα τόσο όμορφη και εκλεπτυσμένη, οι πλούσιοι απ’ τους οποίους ο θρασύς ποιητής με το λευκό τζιν άρπαξε την πριγκίπισσά τους. ⟨…⟩ Αν υπήρχε, περί το 1970, στα πιο γκρίζα της μπρεζνιεφικής γκριζάδας κάτι σαν σοβιετικό «γκλάμουρ», οι δυο τους ήταν η ενσάρκωσή του. Υπάρχει μια φωτογραφία όπου τον βλέπουμε όρθιο, με μακριά μαλλιά, θριαμβευτή, ντυμένο μ’ αυτό που αποκαλεί «σακάκι εθνικού ήρωα», και στα πόδια του την Έλενα γυμνή, θεσπέσια, λεπτή, μ’ εκείνα τα μικρά ανάλαφρα και στητά βυζιά που τον τρέλαιναν. Τη φωτογραφία αυτή την κράτησε σ’ όλη του τη ζωή, την κουβαλούσε παντού, την κολλούσε στον τοίχο σαν εικόνισμα, σ’ όλα του τα διαμερίσματα. Είναι το φυλαχτό του. Μαρτυρά πως ό,τι κι αν συμβεί, όσο χαμηλά κι αν πέσει, μια εποχή ήταν αυτός εδώ ο άντρας. Είχε αυτήν εδώ τη γυναίκα».

Κι έτσι την πήρε κι έφυγαν για τη Νέα Υόρκη.

Δεν είναι λίγο. Είναι απώλεια ιθαγένειας και μεγάλη πιθανότητα να μη γυρίσεις ποτέ πίσω. Να μην ξαναδείς τη μάνα σου. Όμως η ώθηση της ζωής τούς στέλνει μπροστά, αναντίρρητα, και τώρα πια δεν τους σταματά τίποτα. Εξάλλου, η Έλενα έχει μαζί της συστατικές επιστολές από μια άλλη μάνα, τη Λίλια Μπρικ (την Λίλια Μπρικ), οικογενειακή της φίλη, που επισκέφθηκαν στη Μόσχα μια μέρα πριν φύγουν. Η ρωσική κοινότητα της Νέας Υόρκης τούς περιμένει.

Στα πέντε χρόνια που θα μείνει εκεί (1975–1980), ο Έντουαρντ, που τώρα πια θα τον λέμε Λιμόνοφ γιατί επιτέλους έχει αρχίσει να γράφει μυθιστορήματα και να υπογράφει με ψευδώνυμο, θα προλάβει να κάνει τα εξής απίθανα: να δικτυωθεί με τους Ρώσους αντιφρονούντες, Μπρόντσκι (χε χε), Νουρέγιεφ, Μπαρίζνικοφ και τα ρέστα, να πάθει πολιτισμικό σοκ με τον καπιταλισμό που του δίνει πενταροδεκάρες για να μένει σε μια τρύπα με γκάζι τρεις ώρες τη μέρα, να τον λατρέψουν ως ταλέντο, να τους μισήσει ως σάπιους και βολεμένους που παίρνουν λεφτά για να βρίζουν τη Ρωσία, να γίνει αντιφρονούντας ανάμεσα στους αντιφρονούντες σε βαθμό που να γράψει έναν αιματοβαμμένο λίβελο εναντίον τους, που θα δημοσιευτεί πού; Στην «Πράβντα»! Να γνωρίσει τον Γουόρχολ, τους μπίτνικ, Γκίνσμπεργκ, Φερλινγκέτι και λοιπούς φίλους, οι οποίοι όμως επίσης θα τον απορρίψουν, να γίνει πανκ (αυτό δηλαδή που πάντα ήταν), να χάσει την Έλενα, η οποία θα τον απατήσει με έναν Ζαν-Πιερ, να του σαλέψει, να θελήσει να μπει στη θέση της για να αισθανθεί στο πετσί του αυτό που αισθάνθηκε αυτή όταν τον απάτησε κι έτσι αρχίζει να ψωνίζεται στο Πάρκο, να έχει επίτηδες υποπρολετάριους μαύρους εραστές, ώστε μετά να γράψει το (εκπληκτικό) ημερολόγιο «Ένας Ρώσος ποιητής προτιμά τους μεγάλους νέγρους» (1980), να μείνει άστεγος για καιρό, να τον πάρει στο λοφτ του ένας γνωστός δισεκατομμυριούχος που «λατρεύει τη ρωσική λογοτεχνία», του οποίου τελικά θα γίνει μπάτλερ, θαλαμηπόλος, γουατέβερ, ενώ παράλληλα θα διατηρεί κρυφά ένα άλλο ημερολόγιο, περιγράφοντας τα πάρτι που έκανε εν απουσία του και πώς θα βασάνιζε την κόρη του αν ποτέ τού δινόταν η ευκαιρία — κείμενο που επίσης δημοσιεύει (His Butler’s Story). Εν έτει 1980, ήταν μια χαρά έτοιμος για την Πόλη του φωτός.

Φτάνει στο Παρίσι με μοναδικά υπάρχοντα τα βάρη του, την παλιά Ρέμινγκτον του πατέρα του και μια αφίσα του Λένιν. Εδώ πρέπει να καταλάβουμε κάτι: ο Λιμόνοφ δεν είναι «κομμουνιστής», ούτε «αριστερός», είναι Σοβιετικός. Όχι ως εθνική ταυτότητα αλλά ως στιβαρό προϊόν μιας κοινωνικο-ιστορικής συνθήκης. Γι’ αυτό και, χρόνια αργότερα, όταν θα συνασπιστεί πρόσκαιρα με τον Κασπάροφ, τελικά θα του κάνει αυτό που έπρεπε να του είχε κάνει ο Κάρποφ (αν δεν ήταν homo sovieticus, δηλαδή καλό παιδί): θα τον δείρει.

Φτάνει στο Παρίσι με μια φήμη λογοτεχνικού βομβιστή, κι αυτό τον υποδέχεται, επιτέλους, όπως θέλει αυτός. Θα τον εκδώσει ο θρυλικός Ποβέρ, εκδότης των σουρεαλιστών και του Ντε Σαντ.

«Τα πρώτα του χρόνια στο Παρίσι ήταν, νομίζω, τα πιο ευτυχισμένα της ζωής του»

γράφει ο Καρέρ. Είναι σταρ μέσα σε έναν κόσμο που γουστάρει,

«όχι των σοβαρών εκδόσεων και της υψηλής λογοτεχνικής κριτικής, όσο των νέων και μοδάτων που αμέσως λάτρεψαν το παρδαλό παρουσιαστικό του, τα αδέξια γαλλικά του ⟨…⟩. Χοντρά αστεία για τον Σολζενίτσιν, προπόσεις στον Στάλιν ⟨…⟩. Ακόμα και ενδυματολογικά, το σοβιετικό στυλ είχε μεγάλη πέραση στους ποστ-πανκ, που ξετρελαίνονταν με τα χοντρά κοκάλινα γυαλιά τύπου πολιτμπιρό και τις φωτογραφίες του Μπρέζνιεφ να φιλά στο στόμα τον Χόνεκερ».

Γνωρίζεται με μια πανέμορφη κόμισσα που τον ερωτεύεται παράφορα, όμως αυτός προτιμά την 25χρονη Ρωσίδα που γνωρίζει σε ένα ταξίδι το ’82. Μπλέκει με το «Idiot international» που του ταιριάζει γάντι, γράφει ασταμάτητα, είναι ο εαυτός του. Όμως όλα τα ωραία κάποτε τελειώνουν, το Τσερνόμπιλ τον προειδοποιεί, το Νόμπελ του Μπρόντσκι το ’87 τον ανακατεύει, η κατάρρευση της ΕΣΣΔ τον κάνει να συνειδητοποιήσει ότι το στάτους του άπατρι που έχει από το ’75 θα τον συνοδεύει, ψυχικά, για πάντα. Ξαναφεύγει.

Τον συναντάμε διαδοχικά στη Μόσχα, αηδιασμένο από τις στρατιές των γραφειοκρατών που μέσα σε μια νύχτα έχουν πρόθυμα μετατραπεί σε μαφιόζους του νέου εκποιητικού καθεστώτος, στο Χάρκοβο, όπου θα ξαναδεί για τελευταία φορά τη μάνα του, στη φλεγόμενη Γιουγκοσλαβία, ως χαμένο λεγεωνάριο στο πλευρό των Σέρβων, με στολή και πολυβόλο στο χέρι (εκεί κάπου σταματάει να έχει φωνή στη Γαλλία, όπου αυτά προφανώς δεν συγχωρούνται), και πίσω στη Μόσχα, στα γεγονότα του ’93, όπου συμμετέχει στην αιματηρή μάχη μπροστά στο Κοινοβούλιο.

Ένας Ιρλανδός(!) δημοσιογράφος, με τον οποίο προφυλάσσονται μαζί από τα πυρά, ενώ ταυτόχρονα αυτός του παίρνει συνέντευξη με κάμερα, τρώει σφαίρα στο κεφάλι και μένει στον τόπο. Για όλα αυτά ο Λιμόνοφ γράφει, και θα έλεγε κανείς όχι ότι τα γράφει επειδή συμβαίνουν αλλά ότι, για τη δική του λογοτεχνική πραγματικότητα, συμβαίνουν επειδή τα γράφει. Θα το διαπιστώσετε αν ποτέ πέσει βιβλίο του στα χέρια σας.

Θα ασχοληθεί με την πολιτική, με τον δικό του τρόπο. Προσεγγίζει τον Αλεξάντερ Ντούγκιν, έναν σκοτεινό γκουρού του «νεο-ευρασιατισμού» με τον οποίο φτιάχνουν το Εθνο-μπολσεβικικό Κόμμα, αλλά ο Λιμόνοφ, μετά από λίγο, θα τον θεωρήσει υπερβολικά διανοούμενο και χέστη, και θα την κάνει για να φτιάξει ένα δικό του γκρουπ από προλετάριους σκινάδες, του οποίου θα είναι αυτός γκουρού. Στρατηγείο τους, το «μπούνκερ»: ένα υπόγειο με φωτοτυπικά μηχανήματα και αφίσες του Στάλιν, του Φαντομά και της Νίκο με τους Velvet Underground. Το 2001 συλλαμβάνεται σε μια καλύβα στις στέπες του Καζακστάν για διακίνηση όπλων και απόπειρα πραξικοπήματος. Δυόμισι χρόνια μέσα, σε αυστηρή απομόνωση. Η καλύτερή του. Εξάλλου ο Κόμης Μοντεχρίστος ήταν από παιδί το αγαπημένο του μυθιστόρημα.

Στη στρατιωτική φυλακή του Λεφόρτοβο θα γράψει τέσσερα βιβλία, μεταξύ των οποίων το αριστουργηματικό «Βιβλίο των νερών». Μια παράθεση, χωρίς χρονολογική ή γεωγραφική σειρά, όλων των υδάτων της ζωής του. Διηγείται με μυστικιστική διαύγεια τις παραλίες της Κυανής Ακτής, τις βόλτες στον Σηκουάνα και στις ακτές της Βρετάνης, και πάει κατευθείαν από τον ποταμό Χάντσον με τον δισεκατομμυριούχο του στον ποταμό Κουμπάν, παρέα με τον Ζιρινόφσκι. Στην Όστια, λίγο πριν από τη δολοφονία του Παζολίνι, να κάνει μπάνιο και έρωτα με την Έλενα, στους χείμαρρους του Αλτάι και στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας κατά τον πόλεμο της Υπερδνειστερίας…

Βγαίνοντας, διαπιστώνει το παράδοξο ότι τον αγαπούν. Και ότι τον εκτιμούν πραγματικά. Όχι μόνο οι σκινάδες αλλά και οι αξιοσέβαστοι δημοκράτες που περιφρονούσε σε όλη του τη ζωή, οι κύκλοι της Πολιτκόφσκαγια, η χήρα του Ζαχάροφ… Όλοι τον θεωρούν θησαυρό. Αυτό το παράδοξο παρατηρεί και ο Καρέρ το 2006 στη Μόσχα, όπου βρίσκεται για ένα ρεπορτάζ. Όλα όσα νόμιζε ότι ήξερε για τον Λιμόνοφ, ό,τι θυμόταν απ’ τα ’80s και ό,τι μάθαινε έκτοτε αποδώ και αποκεί τού φαινόταν τώρα πολύ διαφορετικά μέσα απ’ το πρίσμα της εκτίμησης όσων ο ίδιος εκτιμούσε. Κι έτσι έκατσε να γράψει.

Διαβάστε το βιβλίο του Εμανουέλ Καρέρ. Διαβάστε, κυρίως, τα βιβλία του Λιμόνοφ, σε όποια γλώσσα μπορέσετε να τα βρείτε. Μετά την πτήση εκείνη προς Αθήνα, το 2011, εγώ μπόρεσα να βρω καμιά δεκαπενταριά. Άλλα καλά, άλλα πολύ καλά, συνθέτουν το έργο ενός ανθρώπου που έζησε απόλυτα ελεύθερος, ενώ όλα στη ζωή του ήταν προγραμματισμένα για να του συμβεί το αντίθετο. Που έζησε μια ζωή διαρκούς ζωντανής λογοτεχνίας και περιπέτειας, χωρίς να διαχωρίσει στιγμή το ένα απ’ το άλλο, να διασχίσει διαγώνια τον Μεταπόλεμο σαν ήρωας των «Επικίνδυνων σχέσεων» και των «Δαιμονισμένων», του «Όμορφα χωριά όμορφα καίγονται» και του «Κατασκόπου» που ήρθε από το κρύο, του «Τεντέν και οι Πικαρός» και του «Tom of Finland».

Στην τελευταία τους συνάντηση το 2007, ο Καρέρ τον ρώτησε αν σκοπεύει να περάσει το τέλος της ζωής του ήσυχα σε κάποιο σπίτι στην εξοχή. Ο Λιμόνοφ γέλασε και του είπε:

«Έχεις πάει ποτέ στην Κεντρική Ασία; Εκεί αισθάνομαι καλύτερα από οπουδήποτε στον κόσμο. Σε πόλεις όπως η Σαμαρκάνδη ή το Μπαρναούλ. Πόλεις που τις μαστιγώνει ο ήλιος, σκονισμένες, αργές, βίαιες. Εκεί πέρα, στον ίσκιο των τζαμιών, κάτω απ’ τα ψηλά τείχη με τις πολεμίστρες, υπάρχουν ζητιάνοι. Ολόκληρα σμήνη από ζητιάνους. Είναι γέροι — αποστεωμένοι, μαυριδεροί, ξεδοντιάρηδες, πολλές φορές αόμματοι. Φοράνε μαύρες λιγδιασμένες τουνίκ και τουρμπάνια, έχουν απλωμένο μπροστά τους ένα κομμάτι βελούδο, πάνω στο οποίο περιμένουν να τους πετάξουν κανένα κέρμα, κι όταν τους το πετάνε, δεν λένε ευχαριστώ. Δεν ξέρεις τι έκαναν στη ζωή τους, ξέρεις μόνο ότι θα καταλήξουν στο κενοτάφιο. Δεν έχουν πια ηλικία ή υπάρχοντα, αν υποθέσουμε ότι είχαν ποτέ, μετά βίας τούς απομένει ακόμα ένα όνομα. Έχουν λύσει όλους τους κάβους. Είναι κουρελήδες. Είναι βασιλιάδες».

Πέθανε πέρυσι στη Μόσχα.

«LiFO», 21 Μαΐου 2021

Έντουαρντ Λιμόνοφ — Σε μια κοινωνία που μοιάζει με σανατόριο, ο άνθρωπος έχει μετατραπεί σε κατοικίδιο ζώο

Αποσπάσματα βιβλίων / Μεταφράσεις • Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπριασούλης

Πηγή: https://www.pangea.news/eduard-limonov-le-grand-hospice-occidental-lombardi-ferretti/

Οι ήπιες μέθοδοι χειραγώγησης των μαζών γεννήθηκαν πολύ πριν τον τελευταίο μεγάλο πόλεμο. Την ίδια στιγμή που ο Χίτλερ εξολόθρευε πληθυσμούς σε διάφορες χώρες, στο εσωτερικό γοήτευε τους Γερμανούς με τις φαντασμαγορίες της ναζιστικής προπαγάνδας. Ήδη από το 1924 και την περίοδο της κράτησής του στον πύργο του Λάντσμπεργκ, ο Χίτλερ είχε σχεδιάσει το πρώτο μοντέλο ενός λαϊκού αυτοκινήτου, το Volkswagen, όπως και το μοντέλο του ιδανικού σπιτιού για τον μοντέρνο Γερμανό: πέντε δωμάτια με μπάνιο. Θα κυβερνούσε το λαό του μέσω της ήπιας ισχύος.

Τρομαγμένη όμως από τον ίδιο της τον κανιβαλισμό, όπως εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια των δύο μεγάλων πολέμων, η «πολιτισμένη» ανθρωπότητα απέρριψε τελεσίδικα τα καθεστώτα σκληρής ισχύος και επέλεξε εκείνα που θα χρησιμοποιούσαν την ήπια. Δύο παράγοντες συνετέλεσαν σε αυτή την επιλογή: τα ατομικά όπλα και η τεχνολογική πρόοδος, η οποία χόρτασε τις πεινασμένες μάζες. Αν η σκληρή βία καταπιέζει σωματικά κυρίως το άτομο, η ήπια εκμεταλλεύεται τις αδυναμίες του. Η πρώτη θέλει να μετατρέψει τον κόσμο σε κελί υψίστης ασφαλείας, ενώ η δεύτερη επιθυμεί να μεταμορφώσει τον άνθρωπο σε κατοικίδιο ζώο.

Ένα καθεστώς ήπιας ισχύος δεν έχει ανάγκη μαύρα πουκάμισα, ρόπαλα και βασανιστήρια. Τα όπλα του είναι η ψευδής υπόσχεση της υλικής ευμάρειας, η ανασφάλεια της ανεργίας και της κρίσης, ο φόβος και η ντροπή να είσαι φτωχότερος από τον γείτονα (και άρα υποδεέστερος) και τέλος η αδράνεια. Η αδράνεια είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου, όπως ακριβώς και η δράση. Οι αυτοκτονίες των ανέργων είναι ένα καλό παράδειγμα για την ψυχολογική πίεση της ήπιας βίας, όπως και για την πίεση που ασκεί το τραγούδι των σειρήνων της ευμάρειας που γητεύει τους πολίτες των πολιτισμένων περιοχών του πλανήτη.

Οι οθόνες των τηλεοράσεων και των υπολογιστών στολίζουν με τα όμορφα φώτα τους τις βιτρίνες του σημερινού πολιτισμού. Η βουλιμία της πληροφορίας κατακλύζει το κοινό, μαζί με τις πανίσχυρες μηχανές που το παρασύρουν σε μια μαζική τρέλα. Το πορτραίτο του οργουελιανού Μεγάλου Αδελφού δεν θα ‘πιανε μία μπροστά στις όλο και πιο προηγμένες τεχνικές της διαφήμισης. Μπερδεμένος από τη χειραγώγηση των τόκων υπό τον ήχο των ταμπούρλων της στατιστικής (τον αριθμητικό αυτό σχετικισμό των ποσοστών που το κοινό δεν έχει ποτέ το χρόνο να αναλύσει), βουτηγμένος στον θόρυβο της μουσικής ποπ που χειροτερεύει χρόνο με το χρόνο (η μουσική ως αντίθετο της σκέψης), ο πολιτισμένος κάτοικος των πλούσιων βιομηχανοποιημένων προαστίων οδεύει ασθμαίνοντας από τη γέννηση ως τη συνταξιοδότησή του, συγχαίροντας τον εαυτό του όταν διαπιστώνει ότι το υψηλό βιοτικό επίπεδό του κατακτά την Ευρώπη, τις Η.Π.Α., την Αυστραλία και κάποιους άλλους, «λευκούς» κυρίως, θύλακες, της υφηλίου (όπως το Ισραήλ και η Νότια Αφρική).

Προστατευμένος και ζώντας επί πιστώσει (και συχνά εις βάρος των «υπανάπτυκτων» κρατών που περιφρονεί), ο πολιτισμένος άνθρωπος αισθάνεται τρόμο μπροστά στην προοπτική της ανεργίας, δηλαδή στην προοπτική μιας ζωής ελεύθερης. Να γιατί ορκίζεται καθημερινά πίστη στο Κράτος Πρόνοιας, έχοντας χάσει (απεμπολήσει ηθελημένα) τα κατεξοχήν προνόμια που χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο: την ανεξαρτησία και την ελεύθερη βούληση. Η υπακοή του ανταμείβεται με υποκατάστατα: η ελευθερία αντικαθίσταται από τον οργανωμένο τουρισμό και η δίψα για περιπέτεια ικανοποιείται από την τηλεόραση ή με ένα εισιτήριο κινηματογράφου. Οι αστυνομικές ταινίες, με τα ατελείωτα πιστολίδια τους, είναι ένα υποκατάστατο του, αναπόφευκτου για τον καθένα, αγώνα για επιβίωση. Ανίκανος να αμυνθεί, ο πολιτισμένος άνθρωπος έχει αναπτύξει μια παρανοϊκή εμμονή με την ασφάλεια. Οποιαδήποτε όμως πρωτοβουλία του να δράσει για την δικιά του ασφάλεια, καταστέλλεται άμεσα από το νόμο. Σε μια κοινωνία που βρίσκεται υπό καθεστώς ήπιας ισχύος, η ασφάλεια είναι αποκλειστική υπόθεση της αστυνομίας.

Και προκειμένου οι εξημερωμένες μάζες να μην ξεχνούν ότι ζουν στον καλύτερο δυνατό κόσμο, πρέπει σε τακτά χρονικά διαστήματα να παρακολουθούν εικόνες με πεινασμένα παιδάκια από την Αφρική ή με τους σκελετούς του Άουσβιτς. Το ηθικό δίδαγμα είναι το εξής: «είναι άχρηστο να φαντάζεστε μια άλλη κοινωνία. Δεν βλέπετε που κατέληξαν ανάλογες προσπάθειες; Τι έκανε ο μαρξισμός στην Αιθιοπία ή ο ναζισμός;» Και οι μάζες, τρομοκρατημένες, σωπαίνουν. Σωπαίνουν υπνωτισμένες από τις διαφημίσεις τυριών, κρασιών και απορρυπαντικών. Από τις διαφημίσεις που τη μια στιγμή σου προτείνουν ένα χαρτί υγείας έξτρα απαλό ή ένα νέο στυλ ένδυσης – από ασπρόμαυρο σε πολύχρωμο. Η εξαναγκαστική μετατροπή της μηχανοποιημένης ζωής σε βίντεο κλιπ συνοδεύεται από έναν εξίσου καταναγκαστικό παλιμπαιδισμό.

Απ’ όλα τα εγκλήματα, το πιο τρομερό, το πιο ασυγχώρητο είναι το έγκλημα κατά του ίδιου μας του εαυτού, η σπατάλη της μίας και μοναδικής ζωής που διαθέτουμε. Ακούγοντας ηλίθιες μουσικές παρκάρουμε το αμάξι μας για να πάμε σε μια δουλειά ενοχλητική (αλλά όχι πραγματικά κουραστική), και ιδού πως ολοκληρώνεται το ταξίδι μας σε αυτόν εδώ τον κόσμο. Η μαζική κοινωνία κέρδισε: έφτιαξε μια ύπαρξη άχρωμη, βαρετή, έρημη, στερημένη από αληθινές ηδονές. Την ύπαρξη του κατοικίδιου ζώου. Ενάντια στη βία του Μεγάλου Αδελφού, του παλιού καθεστώτος που φορούσε μπότες και μαύρες στολές, μπορούσαμε τουλάχιστον να εξεγερθούμε (όπως έχει αποδείξει η ιστορία). Πώς να εξεγερθείς όμως ενάντια στις ίδιες σου τις αδυναμίες;

Το βιβλίο μου “Le Grant Hospice Occidental” βασίζεται σε μια μεταφορά: την μετατροπή της «εξελιγμένης» κοινωνίας σε σανατόριο, στο οποίο οι ασθενείς διαβιώνουν σε ένα κλίμα ήπιας άνεσης αλλά αυστηρά πειθαρχημένο. Αυτή η μεταφορά είναι απαραίτητη προκειμένου να δημιουργηθεί το περίφημο εφφέ της αποστασιοποίησης: να μπορέσει δηλαδή να δει ο αναγνώστης τον κόσμο διά μέσω ενός άλλου βλέμματος, του δικού μου. Στο βιβλίο αυτό δεν ασχολούμαι πολύ με την αστυνομία. Σε ένα καθεστώς σανατορίου που δεν είναι αστυνομικό κράτος, η στρατικοποίηση αφορά περισσότερο τη δημόσια διοίκηση. Η αστυνομία δεν διαθέτει πραγματική αυτονομία. Το ίδιο ισχύει και για τους διανοούμενους. Οι διανοούμενοι δεν αποτελούν πια μια αυτόνομη δύναμη, μια και η παραγωγή απόψεων έχει πλέον περάσει στα ΜΜΕ. Σήμερα οι στοχαστές δεν είναι πια Βολταίροι ή Σαρτρ, αλλά τηλεπαρουσιαστές. Το μεγαλύτερο μέρος των διανοούμενων έχει πλέον ανακυκλωθεί στο σύστημα του entertainment και έχει μετατραπεί σε ένα είδος προνομιούχων υπαλλήλων.

Σχετικά με τις διακλαδώσεις που κυριαρχούν στην επαγγελματική δραστηριότητα της κοινωνίας, η γενικότερη συμπεριφορά μπορεί να αναχθεί σε κάποια βασικά αρχέτυπα. Να γιατί χρησιμοποιώ στο βιβλίο μου έννοιες όπως «Λαός», «Διοίκηση», «Ιδεώδης Άρρωστος», «Ταραξίες», «Θύματα» κι όχι καθιερωμένους όρους όπως «κατώτερη τάξη», «ανώτερη τάξη» κτλ. Η αυξανόμενη ομογενοποίηση του τρόπου ζωής, των προτιμήσεων, των καταναλωτικών συνηθειών οδηγεί στην ομογενοποίηση των κοινωνικών, επαγγελματικών και ηλικιακών ομάδων. Δεν χρησιμοποιώ επίσης την έννοια «αστική τάξη» και τον όρο «μεσαία τάξη», αφού είναι γνωστό ότι η νοοτροπία και η γενικότερη συμπεριφορά του εργάτη λίγο διαφέρει, αν όχι καθόλου, από αυτή του αστού. Ελάχιστη σημασία αποδίδω επίσης και στους υποτιθέμενους εχθρούς του Σανατορίου. Συνδικάτα, κομμουνιστές, οικολόγοι, εθνικιστές και αριστεροί εξτρεμιστές δεν αμφισβητούν τις αρχές του πολιτισμού του Σανατορίου, την Ευημερία και την Πρόοδο. Αντιτίθενται μόνο στο σύστημα διαμοιρασμού του πλούτου, το οποίο θέλουν να αντικαταστήσουν, λένε, με ένα δικαιότερο. Στα Σανατόρια όμως δεν υπάρχει αντιπολίτευση.

Είναι ξεκάθαρο ότι μόνο τα οικονομικά, ποσοτικά, συμφέροντα χωρίζουν την Ανατολή και τη Δύση. Ο Τολστόι, ο Τσέχωφ και ο Σολτζενίτσιν μοιράζονται τον ίδιο πολιτισμό με τον Σταντάλ, τον Φλωμπέρ και τον Καμύ. Η ανερμάτιστη όμως και ναρκισσιστική Δύση, μη θέλοντας να κοιτάξει κατάματα τον δίδυμο αδελφό της, κατασκεύασε εκ του μηδενός τον απόλυτο Εχθρό. Ο απόλυτος Εχθρός είναι απαραίτητος για την ψυχική υγεία της Δύσης. Κρατά τους πολίτες φοβισμένους και υποταγμένους και διοχετεύει το μίσος και την επιθετικότητα στο εξωτερικό της κοινωνίας. Έχοντας όμως χάσει αυτόν τον Εχθρό (ή μάλλον την ιδέα του Εχθρού, αφού μια ανοιχτή σύγκρουση δεν είναι επιθυμητή από κανέναν), ο πολιτισμός του Σανατορίου δεν μπορεί πλέον να είναι σίγουρος για την επιβίωσή του, αφού έχει επιλέξει να ορίζεται μέσω της άρνησης, μέσω της ηθικής καταδίκης του αντιπάλου του.

Γι’ αυτό εξάλλου και δεν έχω πολλά καλά λόγια για τον Λαό. Κάποιος έπρεπε επιτέλους να το πει: εδώ και πολύ καιρό, ο Λαός απολαμβάνει εξαιρετικά προνόμια, φαντασιωνόμενος ταυτόχρονα ότι είναι θύμα των κυβερνητών του, ενώ συμμετέχει στη μοιρασιά και είναι συνένοχος. Οι «Διαχειριστές» γνωρίζουν την πραγματική, βαθιά υποκριτική, φύση του Λαού, αλλά προτιμούν να σιωπούν και να συντηρούν τον μύθο των κακών κυβερνήσεων που αντιτίθενται στους πάντα καλούς και ευγενικούς λαούς. Κι αυτό για έχουν πάντα τη δυνατότητα να αποπλανούν το Λαό μέσω μιας «καλής» κυβέρνησης. Μου φαίνεται ότι σήμερα, το να ξεσηκωθεί κανείς ενάντια στο Λαό είναι μια πράξη εξίσου ευγενής όσο ήταν πριν διακόσια χρόνια η εξέγερση ενάντια στον Απολυταρχισμό.

«ResPublica», Δεκέμβριος 2021

^ наверх